Ο Σαίξπηρ σ’ εφτά ημέρες δημιούργησε την πλάση.
Την πρώτ’ ημέρα· τον ουρανό, τα όρη, τα δάση
τις σκοτεινές αβύσσους
που ’χει ο νους. Την επομένη κάθε ακροθαλάσσι
τα πέλαγα, τους μακρινούς ωκεανούς,
τους ποταμούς και τα αισθήματα όλα
που τα ’δωσε απλόχερα στους Άμλετ,
στον Οθέλλο, στον Ληρ, στη Βιόλα
στον Ιούλιο Καίσαρα, στον Βρούτο,
στην Κλεοπάτρα και σε άλλους
πολλούς, μεγάλους,
αιώνιοι να ’ν’ στον κόσμο τούτο
και σε γενιές κατοπινές να φτάσουν.
Μετά, φώναξε λίγο-πολύ σε όλους τους τόπους
τους ανθρώπους, να δοκιμάσουν
τ’ είν’ ευτυχία, τι αγάπη, τι απελπισία,
τι ζήλεια, τι ματαιοδοξία…
Κι αφού όλ’ αυτά τα μοίρασε,
φτάσανε κάποιοι ξεχασμένοι.
Τους χάδεψε με αγάπη, τρυφερά
και τους συμβούλεψε πως δεν τους μένει
άλλο παρά
να γίνουν κριτικοί θεατρικοί,
να πάρουν αντί κάλαμο μια βέργα
και να χτυπούν αλύπητα όλα του τα έργα.
Την τέταρτη κι όλη την πέμπτ’ ημέρα
ο Μέγας Σαίξπηρ φρονίμως ποιών
στην ευθυμία τις αφιέρωσε, στο γέλιο.
Κι έφτιαξε πρόσωπα μ’ ελαφρό ποιόν·
κλόουν, αγύρτες, μασκαράδες
για να ψυχαγωγούνται οι βασιλιάδες,
οι πρίγκηπες κι οι όμοιοι… φουκαράδες.
Την έκτ’ ημέρα πήρε να ρυθμίσει
ποιος τον κόσμ’ όλον αυτό θα κυβερνήσει.
Και φύσηξε μια θύελλα μεγάλη
που αντάριασε του γέρο Ληρ τα γένια
και του ’μαθε στερνά τ’ είν’ στο κεφάλι
να ’χεις κορώνα σου αχυρένια.
Σαν είδε πως κάτι ακόμα του ‘μνησκε για ‘‘ζήτω’’
απ’ όσα, κιόλας, είχε κάνει,
έπλασε τον Ριχάρδο του τον Τρίτο.
Τέλος, την έβδομ’ ημέρα
για να σιγουρευτεί πως δεν του απόμενε άλλο τί,
ατένισε τη γη πέρα ως πέρα.
Κι είδε πλήθος ρεκλάμες. Αφίσες νά!..
Είπε λοιπόν· ύστερ’ από τόσα έργα τρανά
θα ’ταν καλά να πάει σ’ ένα θέαμα. Αλλά…
Αποσταμένος με όσα πια είχε κάνει,
προτίμησε να πάει να πεθάνει.
Translator: Κώστας Ασημακόπουλος
see more poems written by: Marin Sorescu